Επιστρέφει κανείς μήπως από μεγάλο ή σπουδαίο ταξίδι; Ίσως. Μια στο εκατομμύριο. Γιατί η συντριπτική πλειοψηφία πηγαίνει – έρχεται, κάνει μια τρύπα στο νερό, και επιστρέφει στα πάγια.

Στη πιο απλή ερώτηση θα ακούσεις τις πιο εκφυλισμένες διατυπώσεις: ‘φοβερά’, ‘δεν άντεχες άλλο’, ‘πάλι πίσω δυστυχώς’. Και είσαι και υποχρεωμένος να δεις φωτογραφίες της πιο σπάνιας παραλίας, νυχτερινές υπερβολές μιας παρέας που πίνει ποτά, και γιατί όχι και πάρτυ σε παραλία. Όλα αυτά μαζί και ταυτοχρόνως από τους ίδιους. Και άλλοι να είναι, οι ίδιοι λογίζονται.

Και σύσσωμοι οι ταξιδευτές αναστενάζουν την επιστροφή τους. Και λίγο πολύ σου λένε ότι μελαγχολούν. Και πρόσεχε εδώ! Γιατί αλήθεια υπόκεινται σε μια έκπτωση της διάθεσης. Αλλά το ερώτημα είναι γιατί συμβαίνει αυτό. Σίγουρα δεν είναι γιατί έζησαν μια άλλη ζωή ή μια περιπέτεια, και υποχρεούνται σε μια ζωή που ζητά πολλά, που δε σε αγαπά, που δε συγκινεί, που από σύμβαση συμβιβάζεσαι.

Είναι κατά κύριο λόγο το ίδιο μήνυμα που δέχονται σε όλα τα στάδια της ζωής τους και το αντιλαμβάνονται ως σκιά, ως τη σκοτεινή τους πλευρά, που όμως ούτε τώρα, ούτε αύριο, προσεγγίζουν. Είναι ότι έκαναν μια τρύπα στο νερό, μια αδιάφορη και εντέλει ανίκανη, και πολυέξοδη, διαχείριση ελεύθερου χρόνου.

Και ό, τι κι αν κέρδισαν από τις μέρες της ασυδοσίας ή της αμαρτίας – που μακάρι – το είδαν να χάνεται, όπως οι κόκκοι της άμμου, από τα χέρια τους, εν ψυχρώ. Είναι, πώς να στο πω; Δεν είναι καν ‘τα παιδιά κάτω στον κάμπο’ του Makavejev.