Κρεμιέμαι στον αέρα της παλιάς πόλης,
Πάνω από τον φωτισμό της, τριγύρω στα μπαλκόνια της,
Μιας ανάσας απόσταση από τα παράθυρα των γειτόνων.
Και συ ξαπλώνεις γυμνή,
μέσα στα πολύχρωμα όνειρά σου.

Χθες ήταν που κούρνιασες για ώρες στο στήθος μου, σα τα πουλιά,
Που ψάχνουν τις χαραμάδες των κασωμάτων των παλιών παραθύρων,
Για να πεις ότι με αγαπάς.
Νανουρίζω την αγάπη σου, πριν σε πάρει ο ύπνος στα βαθειά,
Πέτρωσα τη μοναξιά σου.

Έτσι εκκρεμής όπως είμαι, παρατηρώ τη πόλη που θα νοσταλγήσεις.
Εκεί, δίπλα στις κρεμαστές γλάστρες των κιγκλιδωμάτων,
Ίσα στον σταυρό της εκκλησίας,
Ακούγοντας τα φλάς των τουριστών να καταβροχθίζουν εικόνες.
Είναι του έρωτος φτερούγισμα, είναι των αγγέλων ψιθύρισμα,
Του σώματος τα πάθη.