Δεκαπενταύγουστος σήμερα, ξανά άδεια η πόλη. Κλειδώσανε τα σπίτια τους και δίχως καλά – καλά να γνωρίζουν τι θα χρειαστούν μαζί τους, άφησαν τη πόλη έρμαιο στις διαθέσεις ημών των υπολοίπων. Μεταξύ αυτών πολλοί μετανάστες, ξέμπαρκοι απένταροι, και τελειωμένα πρεζάκια.
Πήγα στη Πλάκα, τίποτα. Πήγα στα Εξάρχεια, άδεια. Πέρασα από το Σύνταγμα, μπήκα στη Μητροπόλεως, ερημιά. Πήγα στο Πασαλιμάνι, τίποτα. Σύσσωμο το έθνος παραιτήθηκε από τη χρήση της πόλης. Μοιάζει με ελεεινό απομεινάρι, κάτι σαν γλυφιτζούρι πεταμένο, σα χαλασμένο γιαούρτι. Κατέληξα στο Περιστέρι. Σκόρπια διαδήλωση που λένε. Κάθισα για καφέ και όσο περίμενα έστελνα μηνύματα χαρμόσυνα για χρόνια πολλά, σε Μαρίες κατά το πλείστον.
Όταν ήρθε η γκαρσόνα ξανά στο τραπέζι με τον καφέ μου, με ρώτησε εάν άναψα κεράκι σήμερα . Της επέστρεψα το πιο χαζό βλέμμα που είχα, συμπληρώνοντας με μια ερώτηση: ‘Γιατί;’ Μέχρι να συνέλθει συμπλήρωσα ‘α, ναι, δεκαπενταύγουστος’. Έμαθα το όνομά της σύντομα. Την έλεγαν Ολυμπία. Όταν έμαθε εκείνη το δικό μου ενθουσιάστηκε: ‘Χρήστος!! Το πιο ωραίο όνομα!’ Άρχισα να συνέρχομαι σιγά – σιγά, κάνοντας ωστόσο μια παρόμοια ερώτηση: ‘Γιατί; Επειδή είναι χριστιανικό?’. ‘Μα μου θυμίζει το Χριστό!’ μου απάντησε. Και επιστρέφοντας στον έξω κόσμο, τον μικρό, τον μέγα, της είπα πως και το δικό της είναι ωραίο. ‘Είναι αρχαιοπρεπές’ είπα.
Για να καταλήξω, εμπρός στο αίσθημα της γιορτής της Παναγίας, και εντός των ορίων της πόλης, μένω κατάπληκτος από το κατανυκτικό περιεχόμενο της κουβέντας της νεαρής κοπέλας. Μα η πόλη είναι ένα φιάσκο. Την ίδια ώρα υπάρχει ένας κόσμος, που επιθυμεί τουλάχιστο, να αφουγκραστεί τη γιορτή. Θα μυρίσει το σπαρματσέτο στην κουζίνα της, και μέχρι το βράδυ θα έχει ευχηθεί και θα έχει προσευχηθεί σκαρφαλώνοντας στα λιβάνια κάποιας ενορίας.
Και αν ακόμα απομονώσουμε ένα κλασικό μαλάκα, ας’ πούμε – όπως φαντάζομαι πολλοί της δικής της ρουτίνας – ο οποίος θα απαξίωνε εντελώς μια τέτοια συμπεριφορά, θα δυσκολευτώ προσωπικά να ζήσω στο ελάχιστο μια τέτοια Γιορτή. Και εμπρός σε τούτη την συγκλονιστική μαρτυρία μένω Μαλάκας! Μα την Παναγία!

Advertisements

Πήγα στον Φλοίσβο λοιπόν, να ξεφορτωθώ την ραστώνη του θλιβερού Ιουλίου. Οι δρόμοι έχουν ήδη αδειάσει. Είναι πολλοί τελικά που συνεχίζουν να κάνουν διακοπές αυτές τις μέρες. Πολλοί προέβλεπαν ότι τις δυσμενείς μέρες του Καλοκαιριού, οι Αθηναίοι θα ζούσαν σε καταφύγια της πόλης παρά σε κάποια παραλία, νησί , ή βουνό ή κάτι τέτοιο. Ότι θα προετοιμάζονταν για την συνέχεια της επαναστατικής δράσης τους. Φτωχοί και ταπεινωμένοι θα ξεσπούσαν. Βελούδινη ή οδυνηρή, κάτι τέτοιο συνομιλούσαν. Τίποτα. Μια απελπισία.

Κι όσο τους φαντάζομαι στα εξοχικά τα δωμάτια ή τα ξενοδοχεία, να ξεφορτώνουν τις αποσκευές τους και τα αξεσουάρ τους, και να κατεβαίνουν σύσσωμοι στα παράκτια μπαρ ή τις αιωνόβιες ακρογιαλιές, φρίττω. Και όσο μεγαλύτερα είναι τα budget τόσο αλγεινό είναι το θέαμα. Οι επαναστάτριες! τα παλικάρια, οι αντάρτες! και οι αντιαισθητικές τους έξεις. Μάσα, ποτό, ύπνος, σεξ, κανένα ναρκωτικό. Εκτόνωση και πτώμα. Τριγυρνάνε αδαείς, ευτυχείς, και ξένοι σ’ ένα κόσμο που δεν αναζήτησαν ποτέ.

Και αν το σκεφτείς λίγο, θα το δεις. Από την άλλη πλευρά. Όταν μπήκα στην μαρίνα του Φλοίσβου, περπατώντας πια, σ’ εκείνο το σημείο που κάνει το S για να μεγαλώσει η χωρητικότητά της, το είδα, μα τω Θεώ. Μια κατασκευή intelligent με οροφή και πλαϊνά συμπαγή, τζαμαρία ασφαλείας βεβαίως, δάπεδο μαρμάρινο πολυτελείας, φιλοξενούσε ένα ακριβό αυτοκίνητο, καινούριο. Δίπλα του είχαν ‘βιδώσει’ μια όμορφη νεαρή γυναίκα, τριγύρω, έξω – μέσα, παντού, είχαν απλώσει κάμποσους χαραμοφάηδες να το φυλάνε, και είχαν ορίσει και έναν επικεφαλής διευθύνων σύμβουλο. Διευθυντή, ρε παιδί μου. Έναν αρχιμαλάκα, πως το λένε. Τώρα, εάν πω ότι εκεί μπορούσαν να ζήσουν δυο οικογένειες, για λίγες μέρες έστω, σα σε διακοπές a – class ας πούμε, την ίδια ώρα που εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε παράγκες, τι θα πεις.

Άσ’ το μη πεις τίποτα. Θα στο πω εγώ με δυο κουβέντες. Ζούμε μια γελοία εποχή, είτε το θέλεις είτε όχι. Και να εύχεσαι να κρατήσει λίγο, γιατί δε θα αντέξει στο τέλος το κεφάλι σου. Και να μη το πεις πουθενά ότι μπορεί και να μεγαλώνεις και έχεις προίκα παρελθόν. Και όταν κάνεις βόλτα στην ακροθαλασσιά να την κρατάς από το χέρι, να καταλαβαίνεις τον παλμό της. Μόνο έτσι ζεις.

Κάθισα στη πλατεία λοιπον για να πιω έναν καφέ. Στην κάτω όψη της. Ξέρεις στην Στουρνάρη. Και όπως ήμουν σκυμμένος στον καπνό μου στρίβοντας τα τσιγάρα μου, άκουσα περισσότερο έναν ψίθυρο τριγύρω μου.

Τι είχε συμβεί; Μια διμοιρία των ΜΑΤ είχε απλωθεί αφ’ ενός ζυγού που λένε, με πλάτη στον δρόμο, απ’ άκρη σε άκρη στο πεζοδρόμιο της πλατείας. Στάθηκαν λοιπόν για δεκαπέντε λεπτά σχεδόν εκεί, σα μπάστακες πάνω στο κεφάλι σου, ντυμένοι τις πανοπλίες τους, και αφού μας απείλησαν με την παρουσία τους, μας απάλλαξαν από αυτή σε ανύποπτο χρόνο.

Που πας ρε μάγκα; Ότι δήθεν το κράτος έχει τον έλεγχο; Μέσα στην πλατεία; Οι ντενεκέδες με τα γκλομπάκια να κάνουν φιγούρα; Αφού το ξέρεις και γω και οι υπόλοιποι αλλά και τα όργανα του ένομου βίου και οι χαφιέδες τους, είμαστε όλοι μια παρέα. Γνωριζόμαστε. Ξέρει ο ένας το χούι του άλλου.  Να, κατέβηκε ο υπουργός και κυβερνητικός εκπρόσωπος της Ν.Δ. στην πλατεία για φαγητό, και τον χορτάσαν γιαούρτι. Το ζητούσε ο οργανισμός του. Και δε βγήκε τσιμουδιά. Μοναδικό τους μέλημα ήταν να τον φυγαδέψουν. Τι είναι αυτό, δηλαδή; Είχε το τσαγανό ο χορτάτος αμπλαούμπλας να έρθει βόλτα στην πλατεία με την παρέα του;

Άνοιξα το κινητό να τους βγάλω φωτογραφία μα κάτι πάτησα λάθος. Αλλά πριν φύγουν τα κατάφερα. Οι υπόλοιποι άρχισαν να χαμηλο – γελάνε, ένας μουγκός διέσχισε την άδεια πλατεία κραυγάζοντας, και οι μαλάκες κοιτούσαν απενεργοποιημένοι, βλοσυροί, σχεδόν στο κενό. Ξέρεις τι λέω; Αντί να φορτώνουν τις δυνάμεις της Ε.Λ.Α.Σ. στην πλατεία Εξαρχείων, να τους ντύσουν σαν ανθρώπους και να αναζητούν σε γραφεία, υπηρεσίες, δρόμους, στην Πολιτεία, σε χρυσοχοΐα και τράπεζες, αποκατεστημένους παρλαπίπες και τις κυρίες τους επίσης, που αρχειοθετούν τις φορολογικές τους δηλώσεις. Και θα τους δώσουμε το δικαίωμα να βαίνουν σε απενενοημμένα διαβήματα. Οπως να τους σταματάνε – τους παρλαπίπες και τις κυρίες – και να τους ρίχνουν ροχάλες, και καμμιά σφαλιάρα – δεν είναι άσχημη, κατά την προσφιλή τους μέθοδο.

Ο πρόεδρος Σωκράτης Κόκκαλης κατέθεσε εχθές τα κυριαρχικά δικαιώματα του προέδρου του Ολυμπιακού Σ.Φ.Π. στον Βαγγέλη Μαρινάκη. Η διαδοχή αυτή έγινε με πρωτοφανή  διαφάνεια, και ομαλότητα σπάνια, εκμηδενίζοντας το χρόνο μετάβασης και το κόστος της.

Ο Σωκράτης Κόκκαλης οδήγησε τον Ολυμπιακό Σ.Φ.Π. σε δώδεκα τίτλους Πρωταθλητή Ελλάδος σε διάρκεια δεκατριών χρόνων, θεμελίωσε τη προπονητική μονάδα του Ρέντη σε σύγχρονο αθλητικό κέντρο, και ανέστησε το στάδιο Καραϊσκάκη σε γήπεδο παγκόσμιων προδιαγραφών, γήπεδο αναφοράς του ελληνικού αθλητισμού. Προώθησε τέλος τις υποδομές του ποδοσφαιρικού τμήματος με αναφορές τοπικές σε όλη την επικράτεια, οργανώνοντας ακαδημίες ποδοσφαίρου.

Ανέσυρε τον Ολυμπιακό Σ.Φ.Π. από την ανυποληψία που τον συγκλόνιζε χρόνια πολλά εξυγιαίνοντας οργανωτικά και οικονομικά την δομή του. Κατάφερε δε, κι αυτό είναι μια προσωπική του νίκη, να τον αποδεσμεύσει από πολιτικούς προσανατολισμούς παλαιώτερων χρόνων και τον κατέστησε έναν αθλητικό οργανισμό.  Παρέσυρε δε σε τούτη την εξέλιξη την ΚΑΕ Ολυμπιακός και τον Ερασιτέχνη Ολυμπιακό. Ο τελευταίος για όσους δε το γνωρίζουν κατέχει, με την πρόνοια του Σωκράτη Κόκκαλη, το 10% των μετοχών της Π.Α.Ε., εξασφαλίζοντας τον προϋπολογισμό του, και την ιδιοκτησία του προπονητικού κέντρου του Ρέντη ως δωραιά σχεδόν. Με γεωμετρική σχεδόν πρόοδο και με την θεωρία του ντόμινο αναπτύσσονταν τα τμήματα του Ολυμπιακού Σ.Φ.Π., υπό την επήρεια του φυσικού του ηγέτη.

Δεν γίνονται τυχαία όλα αυτά. Δε φτάνει το οικονομικό ή επιχειρηματικό back-round. Δε φτουράει η διαπλοκή με τους μηχανισμούς ενός κράτους. Ο Σωκράτης Κόκκαλης ήρθε από τα βάθη του αιώνα και τους αιωνόβιους πάγους του ανατολικού τομέα του σιδηρούν παραπετάσματος. Ο πατέρας του ήταν γιατρός των βουνών στον εμφύλιο και ίδιος ανδρώθηκε σε βορειοευρωπαϊκές προδιαγραφές. Επιβίωσε. Και επέστρεψε για να πάρει Νίκη. Και το έκανε, συστηματικά.

Ευχαριστούμε πρόεδρε Σωκράτη Κόκκαλη! Καλορίζικος κύριε Βαγγέλη Μαρινάκη!

Με το πρώτο φως του Μαΐου τελείωσε η σεζόν.  Έτσι  μετρούν οι φοιτητές, οι μαθητές, αλλά και οι πολιτικοί καμμιά φορά, ακόμα και η εφορία. Μα και οι αθλητές.

Στους αθλητικούς χώρους η σεζόν έκλεισε με την απονομή των τίτλων στους πρώτους. Και μεταξύ μας, μοιάζει με διανομή. Μα αυτό είναι κάτι που δε περνά απαρατήρητο. Θα πάρω, μου πήρες, σου πήρα…Εγώ, εγώ , και εμείς μα εγώ. Για τους οπαδούς μιλάω βεβαίως. Των οποίων η πλειοψηφία ζει μια οικονομική παράνοια, προσωπική και κοινωνική. Όχι μόνο δεν έχει να πάρει τίποτα μα χάνει κατά το πλείστον. Χάνει, χάνει, χάνει.

Και οι μεγάλες οικογένειες του Ελληνικού αθλητισμού μοιράζουν αμύθητα πια ποσά στους υπερταλαντούχους. Ή τους υπερτυχερούς; Απλησίαστοι πια, σχεδόν σα σε μαυσωλεία, προστατευμένοι στην γυάλα τους. Τους παρακολουθεί ο καθένας από μάς, άναυδος.

Τι έχει μείνει να κερδίσει κανείς από αυτό το γεγονός;  Έχεις ποτέ αναρωτηθεί γιατί τα τελευταία χρόνια οι μεγάλοι αθλητές δεν έχουν διάρκεια στην απόδοσή τους. Χρόνους εννοώ. Πόσα χρόνια είναι ενεργοί. Και αυτό εκτιμώ πως είναι το αποτελεσμα ενός καλοστημένου χρηματιστηρίου. Πρέπει να γίνει ελκυστικό το προϊόν. Να καταναλώνεται με μανία. Ώστε να ποντάρουν οι διαφημιστές και έτσι να ρευστοποιηθεί η επένδυση.

Και το ταλέντο; Μα δεν είναι κατανοητό ότι το ταλέντο λείπει; Κάπου πήγε. Διακοπές στην ξωτική Βραζιλία ή στην απόκοσμη Νότιο Αφρική. Γιατί αληθινά δεξιοτέχνες της μπάλας – αν μιλήσουμε για τα τρία ομαδικά αθλήματα – πέρασαν από τα Ελληνικά γήπεδα. Και όσο απαράμιλλη ήταν η τέχνη τους τόσο πιο καθημερινοί, σχεδόν τυχαίοι διαβίωναν. Εγώ έτσι το έμαθα το ταλέντο. Αλήθεια!

Και ξεκινώ με μια απορία. Δεν είναι παράδοξο ένας γερμανός να μη σου μιλήσει ποτέ στα ελληνικά ούτε μια φορά, μετά από εφτά χρόνια παραμονής στα ελληνικά χώματα; Τα δοξασμένα! Τον ξέρει άραγε τον στίχο στα ελληνικά; Γιατί θα του χρειαστεί. Ναι, για τον Ρεχάγκελ θα μιλήσουμε.

Και επειδή έχω αρχίσει να τον καταλαβαίνω θα σου πω το εξής. Ήταν μια ευκαιρία  να δουν οι Ελληνες στον καθρέφτη τους να λάμπουν αισιόδοξα σα τους αθανάτους. Να σιγοψιθυρίσουν τον εθνικό τους ύμνο και μιλήσουν με την αθανασία όπως αρμόζει σε ήρωες και θνητούς. Και να μπουν στην αναζήτηση, στην καθαρτήρια οδό. Να δουν την γενιά που έρχεται ικανή να μας δείξει τους δρόμους που δε γνωρίζαμε για χρόνια πολλά. Να τους δούμε σε κύμα ψηλό να μας τους εκβάλει έναν – έναν, διαλεχτούς και πρώτους, η θάλασσα  των νέων γενεών.

Μα τί συνέβει και όλα δείχνουν ανάποδα; Ποιος ήταν ο ορίζοντας του σοφού προπονητή των Ελλήνων; Γιατί δεν λειτούργησαν οι υποδομές; Μισή κουβέντα έλεγε και γινόταν. Γιατί δεν πλημμύρισαν οι νέοι αθλητές τους συλλόγους και τις εθνικές ομάδες; Τι καθεστώς επικρατούσε στις επιλογές της πρώτης γραμμής των αθλητών της εθνικής ομάδας, στην αιχμή του δόρατος; Γιατί δεν μας είπε μια φορά ότι ματαιώθηκε μια επιλογή του; Οτι δηλαδή σχεδιασμός υπήρξε. Μα εδώ είχε πάψει πια να υπάρχει προσδοκία και απαίτηση. Ολα ήταν ανοιχτά και οι ωθήσεις τόσο ισχυρές που αρκούσε ένα στοιχειώδες όραμα.

Είναι ενά κακό παράδειγμα, και οφείλουμε να απαμακρυνθούμε το δυνατό συντομότερο. Και επειδή ο Ρεχάγκελ δε ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει στους Έλληνες, οφείλουμε να του το υπενθυμίσουμε. Και ακριβώς επειδή δε το ξέρει θα πρέπει να υποστηρίξει τον στίχο του Καβάφη στο δεύτερο σκέλος του τουλάχιστο, στην πενία του πνεύματος που τον διακρίνει. Και με την σύμπνοο ευχή, σε καλή μεριά  και μακρυά.

Μια φορά και ένα καιρό ήταν ο έρωτας. Βγήκε μια βόλτα μόνο, σε αναστάτωσε, και πριν σε απελευθερώσει σε σκλάβωσε. Και κάθε φορά που την βλέπεις σε πιάνει η γνωστή αρρυθμία και βάζεις τα δυνατά σου να πεις τα αυτονόητα. Εκείνο που γίνεται το αδύνατο σημείο σου είναι ακριβώς το αυτονόητο. Ενω σε πλημμυρίζει ένα σπάνιο αίσθημα για κείνη επιμένεις να το βάζεις σε κρυψώνα και να της μιλάς για το τίποτα, όλο αυτό το τίποτα που αυτονόητο δεν αναγνωρίζει. Και βέβαια εκείνη σε κάθε της στάση, που μπορεί να σε αναστατώσει, δε δίνει καμμία πια σημασία.

Δε σώζεσαι μη το συζητάς. Σ’ έχει καθαρίσει. Έρωτας είναι, δεν είναι αστείο. Και αν κάνεις πίσω? Να πεις ότι θα χάσεις. Μόνο για χάρη της, ας πούμε. Ακριβώς γιατί δοκιμάζεις μια τακτική, αποκτάς δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι χτίζεις μια μάσκα τρόπο τινά, μια θωριά, η οποία σου αφαιρεί καθε δυνατότητα ελιγμού. Και ένα δεύτερο, ακριβώς επειδή υποκρινέσαι – και μάλιστα σ’ ένα θέμα κρίσιμο – νομίζεις ότι σε καταλαβαίνει σε κάθε εγχείρημα, με άλλα λόγια σε ξεσκεπάζει.

Κι αν προτάξεις μια πιο θαρραλέα στάση, πιο επαναστατική; Να είσαι συνεπείς ας πούμε σε εκείνα που αισθάνεσαι. Και τα αφήνεις να ενεργοποιούν at hock το ένστικτο. Μα κι αν ακόμα είσαι τόσο θαρραλέος, πράγμα σπάνιο γιατί πρόκειται για μια πιο ολοκληρωμένη στάση ζωής, πως μεταφράζει η συμπεριφορά αυτή την φλόγα; Πως διατυπώνεται ρε αδελφέ; Ε! Δεν διατυπώνεται. Δε γίνεται, παρά μόνο κάτω από συνθήκη. Και ενώ εσύ παρατάσσεις τα πιο φλογερά  σου αισθήματα ως αδιαπραγμάτευτα, εκείνη μπορεί την τελευταία στιγμή να σου πει πως δεν άκουσε τίποτα, δεν είδε τίποτα.

Με άλλα λόγια μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Μη το ψάχνεις, ο έρωτας είτε το θέλεις είτε όχι είναι ο αδύναμος κρίκος. Εδώ χτύπησε έναν ολόκληρο πολιτισμό στην Αχίλλειο πτέρνα και άφησε μαχητές και απογόνους άναυδους.