Εγώ τον καπετάνιο τον συνάντησα τον τελευταίο Χειμώνα. Με φρέναρε μια μέρα δίπλα στο τραπέζι του, και με κάλεσε για έναν πρωινό καφέ. Μου μιλούσε, με ρωτούσε, ενδιαφερόταν. Κι εγώ όμως δε πήγαινα πίσω. Πολύ χαιρόμουν την παρέα του, τόσο που οι ώρες μου γλιστρούσαν σα το γάργαρο νερό.

Το Φθινώπορο τον αναζήτησα. Δίχως στοιχεία, δίχως συστάσεις. Εκεί που συνηθίζει τις ώρες του καφέ του. Τη Κωστάντζα. Ναι, στη Νάουσα της Πάρου. Δεν ήταν μόνος αυτή τη φορά. Ο Παναγιώτης και ο Άγγελος θα γίνονταν και δικό μου καταφύγιο. Είναι φίλοι. Είναι και δικοί μου φίλοι.

Ο Παναγιώτης σε δοκιμάζει στο αστείο. Ο καπετάν Παντελής σου δίνει φώτα πορείας. Και ο Άγγελος σοβαρός, ακλόνητος, σα Φάρος. Άνοιγαν τις κουβέντες μας σα πρωινό τσιγάρο, σα χρόνο. Αμέτρητα τσιγάρα, και γω και ο καπετάνιος. Σεργιάνι στου καπνού μας τις σκιές. Απάγκιο, στεριές ξέρεις. Και η γυναίκα με το κόκκινο μπουφάν από τη δεύτερη συνάντηση παρούσα. Εκεί στις γραμμές των οριζόντων μας.

Στη Κωστάντζα λοιπόν, οι μεσημεριανές μας ώρες σα δώρο στον καθένα, σα κέρασμα. Εγώ θα φύγω ξανά. Μα το λιμάνι τούτο αν ξεχαστεί στο ψέμα θα σβήσω. Θα επιστρέφω. Θα θυμάμαι.

Advertisements