Έχουμε συνηθίσει να μεταφράζουμε τα πάντα. Να τα φέρνουμε στα μέτρα μας με χίλιες δυο εκλογικεύσεις. Και τρέχει δήθεν ο νους δεξιά, αριστερά, κάπου τέλος πάντων. Και χάνεις το παιχνίδι! Δεν έχεις πάρει μυρωδιά. Τι είναι το Έντεκα λοιπόν; Είναι η επωνυμία ενός μπαρ του Μετσόβου. Έτσι γράφει η επιγραφή του: ‘11’.

Είναι στημένο στην τελευταία στροφή πριν μπεις στην πλατεία του Μετσόβου. Λίγο πριν την εκκλησία. Θα το δεις. Κρέμεται πάνω στην στροφή. Μια ομορφιά είναι. Θα σηκώσεις ελαφρά το κεφάλι, και θα το δεις. Εγώ; Πήγα σα τυφλοσούρτης, το γνώριζα από παλιά. Πήγα λοιπόν και τούτο το βράδυ. Ένα βράδυ στην δύση του Αυγούστου.

Πήγα νωρίς. Πριν πω τις πρώτες κουβέντες με τον ιδιοκτήτη, άρχισαν να με περικυκλώνουν. Απλά, διακριτικά, δίχως πόζες, με τις δυνάμεις του ο καθένας. Πριν σβήσει η μέρα είχαν στρώσει οι κουβέντες μας. Περισσότερο περίμεναν από μένα να αρχίσω να ξεκλειδώνω την βραδυά που ξεκίναγε. Και γω δεν αρνιόμουν. Ποντάραμε τις πρώτες χαρτωσιές. Είχα ήδη πιει το πρώτο ποτήρι κρασί.

Στο δεύτερο ποτήρι κατάλαβα ότι είχε φτάσει στο μπαρ ο συγγενής μου ο Γιάννης. Στο σπίτι του με φιλοξενούσε. Κάθισε δίπλα σε μια γυναίκα που πρώτη φορά έβλεπα. Τον κοίταξα, μου έκανε ένα νεύμα, και πήγα στο τραπέζι τους. Μιλούσαν για σεξ. Όχι απαραίτητα με λεπτομέρειες αλλά όχι για δεσμούς ή σχέσεις. Μόνο σεξ. Ξέρεις το καλοκαίρι ευνοεί τέτοιες συζητήσεις. Πρόχειρα στήνονται σα μπερντές του καραγκιόζη, και το ίδιο πρόχειρα διαλύονται. Το βράδυ βάθαινε και γω δεν διανοήθηκα ούτε καν τις στοιχειώδεις αναχαιτήσεις. Η Φιλιώ αστειευόταν και το βλέμμα της παιχνίδιζε διαρκώς. Δε ήθελα να της αντισταθώ ακόμα κι όταν έριχνε λάδι στη φωτιά. Σε μια αποστροφή του λόγου του ο Γιάννης – την ώρα που μιλούσαν για μια οικονομική διαφορά της Φιλιώς από μια συνεργασία της που ναυάγησε, και γω βεβαίως και ήμουν off side – τη ρώτησε εάν παρακολουθεί κάποιο βλέμμα που έπεφτε πάνω της ‘Δε τον βλέπεις πως σε κοιτά;’. Η Φιλιώ αναρωτήθηκε ‘Ποιο; Αυτό ;’ και κοίταξε εμένα, ‘ή αυτό;’, και κοίταξε κάποιον μακρύτερα. Ε λοιπόν δεν αντέδρασα ούτε στο ελάχιστο. Ξέρεις καμμιά φορά είσαι τρομερά διαθέσιμος στον άλλο. Και δε θα της χαλούσα το χατίρι.

Ήμουν στο τελευταίο ποτήρι, μάλλον το τέταρτο, όταν η Φιλιώ έκανε επίλογο. Μας χαιρέτησε πιο προσωπικά από το σύνηθες και έφυγε από το ‘11’. Λίγα λεπτά αργότερα έφυγα μαζί με τον Γιάννη για το σπίτι του. Οι μουσικές του μπαρ έσβηναν από τα αυτιά μου όπως τα βήματα μου σύρονταν στη πέτρα.
Και για τον έρωτα τι μπορώ να σου πώ; Και για τις λίμνες που γεμίζουν στα μάτια της, τι να πώ; Είναι μισή ζωή. Είναι όπως το 11. Που δε θα ρωτούσα ποτέ την καταγωγή του ή τον προορισμό του. Μισή ζωη, και εάν έχεις τσαγανό φαντάσου την.

Advertisements