Έχει ήδη στηθεί λέει, εκεί στη μόστρα της Θεσσαλονίκης το άγαλμα του Κων/νου Καραμανλή. Υπεύθυνη για την παλικαριά ήταν η απερχόμενη δημοτική αρχή. Βγήκε και ο Γκιουλέκας στο γυαλί και ζήτησε σεβασμό στις αποφάσεις της αρχής.

Οι αρχές της συμπρωτεύουσας είναι παραδοσιακά συντηρητικές. Έχουν ένα βάθος στους μηχανισμούς του ελληνικού κράτους στα βόρεια σύνορά του. Είναι η ίδια σχεδόν αρχή που 45 χρόνια νωρίτερα έστησε το παρακράτος της ‘καρφίτσας’, στο οποίο εμπλέκονταν όλες οι αρχές της Θεσσαλονίκης των οποίων απαίτηση ήταν να συμμορφώνονται οι πολίτες και οι πολιτικοί ενίοτε στις αποφάσεις τους. Εκείνο το υπέροχο – λόγω υπεροχής – παρακράτος το υπέθαλπε το επίσημο κράτος του εθνάρχου Καραμανλή. Ο οποίος αναφώνησε σε μια έκρηξη υποκρισίας ‘ ποιος κυβερνά αυτό το κράτος’, λίγες μόλις ώρες μετά την αποκάλυψη των υπευθύνων της δολοφονίας του Λαμπράκη.

Ο Λαμπράκης τότε ανέβηκε στην Θεσσαλονίκη για να δώσει διάλεξη για την Ειρήνη σε κάποιο κεντρικό θέατρο της πόλης. Εκεί παίχτηκε το δράμα ενός λαμπρού πολιτευτή και γιατρού και αθλητή. Τον δολοφόνησαν κατόπιν μιας συνωμοσίας η οποία στήθηκε σε βάρος του. Εμπλέκονταν όλοι οι διευθυντάδες της αστυνομίας, μέλη της δημοτικής αρχής, ακόμα και ξεπεσμένοι χαφιέδες απένταροι επαγγελματίες του ‘πεζοδρομίου’. Όπως ο Κοτζαμάνης με το τρίκυκλό του. Ο εισαγγελέας που ανέλαβε τότε να ξεσκεπάσει τους μηχανισμούς ήταν ο Σαρτζετάκης. Το αναφέρω αυτό γιατί όταν ο Κων/νος Καραμανλής περίμενε την υποστήριξη του Αντ. Παπανδρέου για την δεύτερη θητεία του στο προεδρικό μέγαρο, εκείνος όχι μόνο τον έστειλε στο σπίτι του, μα επέλεξε για πρόεδρο τον άνθρωπο που του υπενθύμιζε μέχρι τέλους την αντικειμενική ιστορική του αξία. Επέλεξε λοιπόν τον Σαρτζετάκη για πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Και επειδή πολύς λόγος γίνεται για την τοποθεσία της πόλης που θα φιλοξενήσει εντέλει το άγαλμα, εγώ προτείνω μιας και το έχουν έτοιμο, να το στήσουν έξω από το θέατρο που δολοφόνησαν τον Λαμπράκη. Νομίζω ότι ο Μπουτάρης δε θα μας διαψεύσει. Ας γελάσει, πικρά μεν, το χειλάκι μας. Το έχουμε ανάγκη μέσα στον ζόφο του πολιτικού μας αναστήματος.

Advertisements

Εκείνο που δε ζήσαμε είναι η γη της επαγγελίας του Δυτικού κόσμου. Έτσι στα αθώα λέω πως το καράβι έπιασε ξέρα από τους σωτήρες του. Και όχι πως κάποιοι δε κέρδισαν από αυτή την εξέλιξη. Μα το ζητούμενο είναι να ξαναμπεί σε πορεία. Και αυτό γίνεται όπως πάντα από όλους εμάς που μας ανήκει εντέλει και ο πολιτισμός και τα αγαθά του κόσμου αυτού. Δεν είναι ώρα για ευθύνες και δικαστήρια . Γιατί όλοι τούς ξέρουμε από τον πρώτο ως τον τελευταίο. Και κυρίως εκείνον που η σκόπιμη αμεριμνησία του κόστιζε σε όλους εμάς, χρόνο, χρήμα, και κόπο. Σου έκλεψαν χρόνο κυρίως και αυτό δε συγχωρείται.

Η αίσθηση που θα λάβουμε σε λίγο καιρό είναι εκείνη του πίσω βήματος. Ότι δηλαδή αλήθεια παρακμάσαμε. Και λέω ότι κοινωνία εκείνη την ώρα αλλάζει. Γίνεται άλλη. Στην ουσία θα γίνουμε μάρτυρες μιας εξαναγκαστικής αποκέντρωσης. Την ίδια ώρα που θα χαλαρώνει ο κοινωνικός ιστός, θα καταλαβαίνουμε μικρούς πυρήνες , μικρές κοινωνικές ομάδες να αποκτούν επάρκεια που θα τους επιτρέψει να επιβιώσουν. Όταν λέω κοινωνικές ομάδες δεν εννοώ μια ταξική κοινωνία, αλλά αναφέρομαι σε ποιοτικά χαρακτηριστικά. Γεωργικές κοινωνίες, κτηνοτροφικές, βιοτεχνικές. Είναι το τέλος της παροχής υπηρεσιών. Έχεις νερό, αέρα, γη, πρώτες ύλες. Κάνε το αέρα ενέργεια και φά’ την. Έτσι όπως το ακούς. Φά την. Εάν παράξεις πολύ, φάε περισσότερο. Αλλιώς υπηρεσίες επενδύσεις κέρδος, ξέχνα το. Χρήμα δε θα υπάρξει για πολλά ακόμα χρόνια. Αυτό το στερεότυπο να μπουν χρήματα στην αγορά να ανακάμψει ξέχνα το, δεν πρόκειται να το δεις.
Και όταν λέω επάρκεια νομίζω καταλαβαινόμαστε. Εννοώ είδη πρώτης ανάγκης. Εκεί είναι κρυμμένος ο χαμένος θησαυρός.

Όμως η κρίση βρίσκει ολόκληρο τον κόσμο πεσμένο στο καναβάτσο. Οι λαοί της Γαλλίας της Ισπανίας της Ιταλίας – ακολουθεί η Αμερική- υφίστανται τις συνέπειες. Εδώ είναι το μυστικό του παγκόσμιου οικονομικού παράγοντα. Γιατί εκείνος πάντα συμφέρον υπολογίζει. Και εάν αφεθούν τα κράτη στη μοίρα τους θα φαγωθούν οι λαοί μεταξύ τους. Και πόλεμος στην γενικευμένη αυτή εικόνα της κρίσης δε συμφέρει με όρους κέρδους τον παγκόσμιο παράγοντα. Με άλλα λόγια παρακμή θα ζήσεις, το τέλμα δε θα το δεις. Γιατί ο πλούτος αλλάξει δε αλλάξει χέρια υπάρχει από καταβολής κόσμου. Και οι κοινωνίες αφού παρακμάσουν οριστικά θα δοκιμάσουν την αναδιανομή του κέρδους. Εάν αντέξεις θα το δεις να γίνεται.

Κρεμιέμαι στον αέρα της παλιάς πόλης,
Πάνω από τον φωτισμό της, τριγύρω στα μπαλκόνια της,
Μιας ανάσας απόσταση από τα παράθυρα των γειτόνων.
Και συ ξαπλώνεις γυμνή,
μέσα στα πολύχρωμα όνειρά σου.

Χθες ήταν που κούρνιασες για ώρες στο στήθος μου, σα τα πουλιά,
Που ψάχνουν τις χαραμάδες των κασωμάτων των παλιών παραθύρων,
Για να πεις ότι με αγαπάς.
Νανουρίζω την αγάπη σου, πριν σε πάρει ο ύπνος στα βαθειά,
Πέτρωσα τη μοναξιά σου.

Έτσι εκκρεμής όπως είμαι, παρατηρώ τη πόλη που θα νοσταλγήσεις.
Εκεί, δίπλα στις κρεμαστές γλάστρες των κιγκλιδωμάτων,
Ίσα στον σταυρό της εκκλησίας,
Ακούγοντας τα φλάς των τουριστών να καταβροχθίζουν εικόνες.
Είναι του έρωτος φτερούγισμα, είναι των αγγέλων ψιθύρισμα,
Του σώματος τα πάθη.

Εγώ τον καπετάνιο τον συνάντησα τον τελευταίο Χειμώνα. Με φρέναρε μια μέρα δίπλα στο τραπέζι του, και με κάλεσε για έναν πρωινό καφέ. Μου μιλούσε, με ρωτούσε, ενδιαφερόταν. Κι εγώ όμως δε πήγαινα πίσω. Πολύ χαιρόμουν την παρέα του, τόσο που οι ώρες μου γλιστρούσαν σα το γάργαρο νερό.

Το Φθινώπορο τον αναζήτησα. Δίχως στοιχεία, δίχως συστάσεις. Εκεί που συνηθίζει τις ώρες του καφέ του. Τη Κωστάντζα. Ναι, στη Νάουσα της Πάρου. Δεν ήταν μόνος αυτή τη φορά. Ο Παναγιώτης και ο Άγγελος θα γίνονταν και δικό μου καταφύγιο. Είναι φίλοι. Είναι και δικοί μου φίλοι.

Ο Παναγιώτης σε δοκιμάζει στο αστείο. Ο καπετάν Παντελής σου δίνει φώτα πορείας. Και ο Άγγελος σοβαρός, ακλόνητος, σα Φάρος. Άνοιγαν τις κουβέντες μας σα πρωινό τσιγάρο, σα χρόνο. Αμέτρητα τσιγάρα, και γω και ο καπετάνιος. Σεργιάνι στου καπνού μας τις σκιές. Απάγκιο, στεριές ξέρεις. Και η γυναίκα με το κόκκινο μπουφάν από τη δεύτερη συνάντηση παρούσα. Εκεί στις γραμμές των οριζόντων μας.

Στη Κωστάντζα λοιπόν, οι μεσημεριανές μας ώρες σα δώρο στον καθένα, σα κέρασμα. Εγώ θα φύγω ξανά. Μα το λιμάνι τούτο αν ξεχαστεί στο ψέμα θα σβήσω. Θα επιστρέφω. Θα θυμάμαι.

Επιστρέφει κανείς μήπως από μεγάλο ή σπουδαίο ταξίδι; Ίσως. Μια στο εκατομμύριο. Γιατί η συντριπτική πλειοψηφία πηγαίνει – έρχεται, κάνει μια τρύπα στο νερό, και επιστρέφει στα πάγια.

Στη πιο απλή ερώτηση θα ακούσεις τις πιο εκφυλισμένες διατυπώσεις: ‘φοβερά’, ‘δεν άντεχες άλλο’, ‘πάλι πίσω δυστυχώς’. Και είσαι και υποχρεωμένος να δεις φωτογραφίες της πιο σπάνιας παραλίας, νυχτερινές υπερβολές μιας παρέας που πίνει ποτά, και γιατί όχι και πάρτυ σε παραλία. Όλα αυτά μαζί και ταυτοχρόνως από τους ίδιους. Και άλλοι να είναι, οι ίδιοι λογίζονται.

Και σύσσωμοι οι ταξιδευτές αναστενάζουν την επιστροφή τους. Και λίγο πολύ σου λένε ότι μελαγχολούν. Και πρόσεχε εδώ! Γιατί αλήθεια υπόκεινται σε μια έκπτωση της διάθεσης. Αλλά το ερώτημα είναι γιατί συμβαίνει αυτό. Σίγουρα δεν είναι γιατί έζησαν μια άλλη ζωή ή μια περιπέτεια, και υποχρεούνται σε μια ζωή που ζητά πολλά, που δε σε αγαπά, που δε συγκινεί, που από σύμβαση συμβιβάζεσαι.

Είναι κατά κύριο λόγο το ίδιο μήνυμα που δέχονται σε όλα τα στάδια της ζωής τους και το αντιλαμβάνονται ως σκιά, ως τη σκοτεινή τους πλευρά, που όμως ούτε τώρα, ούτε αύριο, προσεγγίζουν. Είναι ότι έκαναν μια τρύπα στο νερό, μια αδιάφορη και εντέλει ανίκανη, και πολυέξοδη, διαχείριση ελεύθερου χρόνου.

Και ό, τι κι αν κέρδισαν από τις μέρες της ασυδοσίας ή της αμαρτίας – που μακάρι – το είδαν να χάνεται, όπως οι κόκκοι της άμμου, από τα χέρια τους, εν ψυχρώ. Είναι, πώς να στο πω; Δεν είναι καν ‘τα παιδιά κάτω στον κάμπο’ του Makavejev.

Έχουμε συνηθίσει να μεταφράζουμε τα πάντα. Να τα φέρνουμε στα μέτρα μας με χίλιες δυο εκλογικεύσεις. Και τρέχει δήθεν ο νους δεξιά, αριστερά, κάπου τέλος πάντων. Και χάνεις το παιχνίδι! Δεν έχεις πάρει μυρωδιά. Τι είναι το Έντεκα λοιπόν; Είναι η επωνυμία ενός μπαρ του Μετσόβου. Έτσι γράφει η επιγραφή του: ‘11’.

Είναι στημένο στην τελευταία στροφή πριν μπεις στην πλατεία του Μετσόβου. Λίγο πριν την εκκλησία. Θα το δεις. Κρέμεται πάνω στην στροφή. Μια ομορφιά είναι. Θα σηκώσεις ελαφρά το κεφάλι, και θα το δεις. Εγώ; Πήγα σα τυφλοσούρτης, το γνώριζα από παλιά. Πήγα λοιπόν και τούτο το βράδυ. Ένα βράδυ στην δύση του Αυγούστου.

Πήγα νωρίς. Πριν πω τις πρώτες κουβέντες με τον ιδιοκτήτη, άρχισαν να με περικυκλώνουν. Απλά, διακριτικά, δίχως πόζες, με τις δυνάμεις του ο καθένας. Πριν σβήσει η μέρα είχαν στρώσει οι κουβέντες μας. Περισσότερο περίμεναν από μένα να αρχίσω να ξεκλειδώνω την βραδυά που ξεκίναγε. Και γω δεν αρνιόμουν. Ποντάραμε τις πρώτες χαρτωσιές. Είχα ήδη πιει το πρώτο ποτήρι κρασί.

Στο δεύτερο ποτήρι κατάλαβα ότι είχε φτάσει στο μπαρ ο συγγενής μου ο Γιάννης. Στο σπίτι του με φιλοξενούσε. Κάθισε δίπλα σε μια γυναίκα που πρώτη φορά έβλεπα. Τον κοίταξα, μου έκανε ένα νεύμα, και πήγα στο τραπέζι τους. Μιλούσαν για σεξ. Όχι απαραίτητα με λεπτομέρειες αλλά όχι για δεσμούς ή σχέσεις. Μόνο σεξ. Ξέρεις το καλοκαίρι ευνοεί τέτοιες συζητήσεις. Πρόχειρα στήνονται σα μπερντές του καραγκιόζη, και το ίδιο πρόχειρα διαλύονται. Το βράδυ βάθαινε και γω δεν διανοήθηκα ούτε καν τις στοιχειώδεις αναχαιτήσεις. Η Φιλιώ αστειευόταν και το βλέμμα της παιχνίδιζε διαρκώς. Δε ήθελα να της αντισταθώ ακόμα κι όταν έριχνε λάδι στη φωτιά. Σε μια αποστροφή του λόγου του ο Γιάννης – την ώρα που μιλούσαν για μια οικονομική διαφορά της Φιλιώς από μια συνεργασία της που ναυάγησε, και γω βεβαίως και ήμουν off side – τη ρώτησε εάν παρακολουθεί κάποιο βλέμμα που έπεφτε πάνω της ‘Δε τον βλέπεις πως σε κοιτά;’. Η Φιλιώ αναρωτήθηκε ‘Ποιο; Αυτό ;’ και κοίταξε εμένα, ‘ή αυτό;’, και κοίταξε κάποιον μακρύτερα. Ε λοιπόν δεν αντέδρασα ούτε στο ελάχιστο. Ξέρεις καμμιά φορά είσαι τρομερά διαθέσιμος στον άλλο. Και δε θα της χαλούσα το χατίρι.

Ήμουν στο τελευταίο ποτήρι, μάλλον το τέταρτο, όταν η Φιλιώ έκανε επίλογο. Μας χαιρέτησε πιο προσωπικά από το σύνηθες και έφυγε από το ‘11’. Λίγα λεπτά αργότερα έφυγα μαζί με τον Γιάννη για το σπίτι του. Οι μουσικές του μπαρ έσβηναν από τα αυτιά μου όπως τα βήματα μου σύρονταν στη πέτρα.
Και για τον έρωτα τι μπορώ να σου πώ; Και για τις λίμνες που γεμίζουν στα μάτια της, τι να πώ; Είναι μισή ζωή. Είναι όπως το 11. Που δε θα ρωτούσα ποτέ την καταγωγή του ή τον προορισμό του. Μισή ζωη, και εάν έχεις τσαγανό φαντάσου την.

Έκανα μια συνομιλία στο Facebook με μια φίλη πριν τέσσερις μέρες περίπου. Ανθρώπινη φιλία, με σάρκα και οστά. Γιατί υπάρχουν και άλλες. Εκείνες οι άγνωστες φιλίες, εκείνες που δε θα τις αναζητήσει κανείς. Οι οποίες μοιάζουν με απενενοημμένα διαβήματα.

• Θα σου πω για μένα. Χθες είδα τον αγώνα του Ο.Σ.Φ.Π. από τη Θύρα 7. Έχω βγάλει εισιτήριο διαρκείας στην Θύρα 7, φέτος. Ξέρεις, εκεί θα με βρεις!
• Χαχα! Εκτονώθηκες, ε?
• Ήταν η 1η μας που λένε. Φιλικό παιχνίδι με την Ρόμα. Κερδίσαμε 5-1.
• Πώρωση!!
• Πρέπει να τους δεις. Είναι μερικές φορές που το βλέμμα τους φτερουγίζει.

Όταν μπήκα στην Θύρα 7 για πρώτη φορά ήμουν 15 χρονώ. Στην πρώτη σου, μέχρι να καταλάβεις τι συμβαίνει έχεις φάει, ή έχεις βάλει, το πρώτο. Γιατί; Γιατί εκεί μιλάς το παλμό σου. Εκεί το γεγονός συμβαίνει αφ’ ής στιγμής. Μιλάς! Το ακούς; Μιλάς! Γίνεσαι ξανά το κέντρο του κόσμου, όπως ακριβώς η γέννα των διαλεκτικών στοιχείων του αρχαίου δράματος. Παίρνεις την ευθύνη, αποστασιοποιείσαι, και μιλάς. Μιλάς!

Και έρχεται μια μαγική στιγμή που συμβαίνουν όλα κατακλυσμιαία.
Όλα ξεσπούν και γίνονται μία κι έξω. Μόνο μία! Τ’ ακούς; Τα σώματα πάλλονται, τα βλέμματα αντανακλούν τα πιο ‘ακριβά’ μας δώρα, τα ζωτικά μας αισθήματα.

Όχι δεν είναι το γκολ. Δε μπορώ να στο πω κανονικά. Είναι η Θύρα 7. Δε ξέρω τι άλλο.